ΒΙΟΣ ΑΒΙΩΤΟΣ

Share on facebook
Share on twitter
Share on linkedin
Share on whatsapp
Share on email

Όταν έχω τις μαύρες μου

κι είναι βαρύ το κλίμα

σκέφτομαι αν καλύτερα

θα ένιωθα στο μνήμα…

 

Και τότε φαντασιώνομαι

νεκρός πώς θα γελάω

με όσα νιώθω βάσανα

τη γης όσο πατάω.

 

Φεύγω λοιπόν απ’ τη ζωή

και μπαίνω μες στην κάσα.

Κλαίω απ’ τη μια που πέθανα

παίρνω απ’ την άλλη ανάσα.

 

Τριγύρω από το φέρετρο

σπαράζουν δήθεν όλοι

σαχλοεπικήδειους εκφωνούν…

– με πιάνουν οι διαβόλοι.

 

Όχι και τώρα! σκέφτομαι.

Όχι και πεθαμένος!

Πετάγομαι απ’ το φέρετρο,

τρέχω σαν κολασμένος

 

και… τάφο ψάχνω μακρινό

κανείς να μην τον φτάνει

που αν θα τον βρουν –μα το Θεό–

να μη με λένε Γιάννη!